aerobium


aerobium
aerobium [er ō′bē əm]
n.
pl. aerobia [er ō′bē ə] [ModL: see AEROBE]
an aerobe

English World dictionary. . 2014.

Look at other dictionaries:

  • aerobium — [er ō′bē əm] n. pl. aerobia [er ō′bē ə] 〚ModL: see AEROBE〛 an aerobe * * * aer·o·bi·um (â rōʹbē əm) n. See aerobe.   [New Latin āerobium, from aerobe.] * * …   Universalium

  • aerobium — aer·o·bi·um …   English syllables

  • aerobium —   n. (pl. bia) organism growing only in presence of oxygen.    ♦ aerobic, a.    ♦ aerobiosis, n. such growth or existence …   Dictionary of difficult words

  • aerobium — …   Useful english dictionary

  • αερόβιο — (aerobium).Γένος φυτών, της οικογένειας των ορχεϊδών. Τα φυτά του γένους αυτού φυτρώνουν στη Μαδαγασκάρη και στη νότια Αφρική, όπου καλλιεργούνται και σε θερμοκήπια. Πολλά από αυτά είναι επίφυτα στους κορμούς δέντρων. Από όλα τα είδη ιδιαίτερη… …   Dictionary of Greek

  • aerobia — plural of aerobium …   Useful english dictionary